Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

ΑΡΓΥΡΟΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ: Ο ΤΗΛΑΥΓΗΣ ΦΑΡΟΣ ΣΤΟ ΒΑΘΥ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ



του κ. Γ.Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, τ. ΛΥΚΕΙΑΡΧΗ


Εμείς οπίσ’ θα κλώσκουμες, ‘ς εκείνα  τα στερέας,

τ’ εγνώριμα, τα έμορφα , τα πανταλαλεμένα,

ξάν’ με τα αληγορόπλεα καράβα αρματωμένα,

τραντέλλενοι, δρακέλλενοι και δρακελλενοπούλα!

Κι  όθεν εμείς θα κλώσκουμες  ‘ς εκείνα τα στερέας

η ευλογία τη  Χριστού, τα χίλα καλωσύνας!

(Ηλία Α. Τσιρκινίδη, Ο Τραβωδάνον, Αθήνα 1990)

(Εμείς θα ξαναγυρίσουμε σ’ εκείνες τις στεριές

τις γνώριμες, τις όμορφες, τις χιλιοτραγουδισμένες

πάλι με τα γοργοτάξιδα καράβια επανδρωμένα,

τριάντα φορές  Έλληνες, γενναίων Ελλήνων βλαστάρια!

Και θα ξαναγυρίσουμε σ’ εκείνες τις στεριές

με ευλογία του Χριστού και μ’ όλα μας τα πλούτη!)



Οι πιο πάνω στίχοι, απόσπασμα από το ποίημα «Δοξολογία» του Ποντίου Παλαμά, του Ηλία Α. Τσιρκινίδη,  αποτελούν  εύλογο απόηχο ενός καυτού πόθου της αδικοξεριζωμένης γενιάς των  Ποντίων από τα μυρωμένα, ευλογημένα κι αγιασμένα χώματα της Ανατολής. Ένας διακαής πόθος, που κρυφόκαιγε  για μια δεκαετία περίπου στις χιλιοπληγωμένες  ψυχές των Ποντίων. Ένας πόθος που κατάντησε ουτοπικός χάρη στη  σκληροκαρδία  και τα ισχυρά οικονομικά  και  άλλα  συμφέροντα των Δυνατών της γηραιάς ηπείρου, της Ευρώπης.


Ήταν φυσικό να συνθλιβεί μέσα στις πανίσχυρες  μυλόπετρες των συμφερόντων  των  Ευρωπαίων Δυνατών το «νόστιμον  ήμαρ» των Ποντίων.

Πόνος βαθύς για το ξεθώριασμα ενός τόσο ποθούμενου ονείρου. 
Όμως σε τέτοιες περιπτώσεις το χρέος προς τη μνήμη κυοφορεί και ανασταίνει το αντίδοτο. Και το αντίδοτο δεν ήταν άλλο από την αποτύπωση στη δέλτο της αθανασίας, ώστε να ντρέπονται οι άμεσοι, αλλά και οι ηθικοί  αυτουργοί, για όσα εγκλήματα διαπράξανε- αν βέβαια τους έμεινε ή είχαν κάποτε τσίπα-εις βάρος εκείνων που τους μάθανε να ζουν έξω από τις τρώγλες. 

Αν σήμερα η πολιτισμένη Ευρώπη καυχάται για τον υψηλό της πολιτισμό, όμως-νομίζω – ελάχιστα ερυθριά  ή και εξακολουθεί  να έχει σε καταστολή την  εγρηγορούσα  συνείδηση, πως  τούτον τον πολιτισμό της τον χρωστάει στον Ελληνισμό, με την ολόγερη  φύτρα και το νου  ξυράφι, που άνοιξε δρόμους καινούργιους στην ανθρώπινη σκέψη, στην επικοινωνία των ψυχών και στην καλλιέργεια των υψηλών συναισθημάτων.


Κι όταν το «νόστιμον ήμαρ» της πολύπλαγκτης γενιάς των Ποντίων  έγινε απόηχος  μακρινός κι οι ελπίδες  της «ανάκλησης» έγιναν  όνειρα  απατηλά, οι γραμματιζούμενοι άρπαξαν τη γραφίδα με ευλάβεια και πειθαρχώντας στο βαρύ χρέος  απέναντι στην  άτεγκτη  ιστορική τους τρισχιλιόχρονη πορεία την απαθανατίσανε μέσα από ωχρές  σελίδες εντύπων, πληρωμένων με τους δικούς  τους  υστερηματικούς  οβολούς, την πίστη τους την ορθόδοξη, την πίστη της  αγάπης, τη θυμόσοφη αντίληψή τους,  τα εύοσμα  άνθη της λαϊκής  τους λογοτεχνίας, γεμάτα από  μοτίβα  κορυφαίων  επικών  ποιημάτων και τιτανίων συγκρούσεων του Ελληνισμού με τους απίστους, την εθιμική  τους  ζωή, που διασαλπίζει αναμφίλεκτα τη διαχρονικότητα του ελληνικού τρόπου βιοτής,  αλλά και τους εύγευστους  και ευτράπελους  βραχείς λόγους  τους, απαλυντικούς του βαθύτατου πόνου.


Πάνω από  εννέα  δεκαετίες    τα πνευματικά εργαστήρια των  Ποντίων παράγουν εύχυμους  καρπούς, που εύλογα  κινούν το ενδιαφέρον των μελετητών, Ελλήνων και ξένων , οι οποίοι δεν κρύβουν τον θαυμασμό τους για το υψηλό περιεχόμενό τους.


Και ευτυχώς τα πνευματικά αυτά εργαστήρια όχι μόνο  δε  διατρέχουν  τον κίνδυνο  της παλαιότητας και κατάρρευσης, αλλά κάθε  τόσο  γίνονται  καλλιμάρμαροι ναοί με ιερουργούς νέους   στην  ηλικία  και στη σκέψη, κυρίως  στη δεύτερη, εμπλουτίζοντας τα  ερμάρια  σοβαρών βιβλιοθηκών, αλλά και διευρύνοντας την ελληνική και ξένη βιβλιογραφική δέλτο.


Η ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΣΤΑ 1932 
Ασφαλώς η ενασχόληση με τον ποντιακό πολιτισμό, μολονότι κύλησαν ενενήντα περίπου χρόνια από την τραγική Μικρασιατική καταστροφή, συνεχίζεται  και  από άλλες οπτικές γωνίες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές  κάνει έντονη την παρουσία της  και η ενασχόληση με το χορό, τον  οποίο  επιχειρεί η ΠΟΕ  να θωρακίσει από την πρόσμειξη ξενικών στοιχείων, ώστε να διατηρήσει τη γνησιότητά του. Σε μια μορφή θωράκισής του είναι αφιερωμένη η σημερινή ημερίδα με εξειδίκευση στους χορούς της Αργυρούπολης  ή κατ’ άλλους Αργυρόπολης.

Ποια ήταν όμως η Αργυρούπολη και τι προσέφερε αυτή στον πολιτισμό των Ελλήνων του Πόντου, και  ευρύτερα στον Ελληνικό, στην  ορθόδοξη πίστη  μας και στη  λαγαρή ελληνική παιδεία  θα  παρακολουθήσουμε  στη συνέχεια μέσα στα πλαίσια της ανοχής σας και της αδείας της  ανελέητης  κλεψύδρας του χρόνου.


Ο Δ.Η. Οικονομίδης,  μεγάλη  μορφή των  Ποντιακών Γραμμάτων, στη μελέτη του «Aργυρόπολις» την  περιγράφει  ως εξής:
 «Η Αργυρόπολις είναι  πολίχνη προς Νότον της Τραπεζούντος  εις διήμερον απ’ αυτής απόστασιν  απέχουσα  εκτισμένη εν  είδει ημικυκλίου αμφιθεατρικής επί των κατωφερειών  ορέων, παρέχουσα  μακρόθεν όψιν πανοράματος. Το όνομα αυτής είναι  νεώτερον κατά  μετάφρασιν   του τουρκικού Γκιουμουσχανέ δοθέν το πρώτον το 1846 υπό του αειμνήστου διδασκάλου Γεωργίου Παπαδοπούλου Κυριακίδου και επικρατήσαν εν τη αλληλογραφία των λογίων και των εμπόρων, ως και εν  εκκλησιαστικοίς εγγράφοις».


Οι κάτοικοί  της όμως  συνήθιζαν  να την ονομάζουν  Κάν’ από  το όνομα του ποταμού Κάνι, που κυλούσε δίπλα τα νερά του.


Πολιτικά ήταν  έδρα μουτεσαρίφη και υπαγόταν στη Νομαρχία της Τραπεζούντας και  στην επαρχία Χαλδίας,3 στην οποία επαρχία εκτός από  την Αργυρούπολη, ανήκαν  και τα χωριά: Κορκοτά, Κελεώρα, Καλέντων, Κελίν Περτέκ, Κορόξενα ή Κορόξινα,  Κουρί, Κιμπατούρ, Κορτσάφ’, Κουρτάντων, Κρώμνη ή Κρώμ’, Λάγκιοϊν, Λαμπαδίον, Λετσούχ’, Λυκορράχ’, Λυκάστ’ Λωρία, Μαρούφ’, Μαναστήρ’, Μασούρα,  Μάλαχα, Μαυρενά,  Ματσέρα, Μακρέλ’, Μανανάντων, Μαστροπούλ’, Μακρία, Μαντρία, Μαυρολιθ’, Μεσοχώρ’, Μέτσελ, Μέζιρε, Μόξιφα, Μολαλάντων, Μουσάντων κ.ά.


Ως   πρώτη συνοίκησή της  αναφέρεται στο τέλος του 15ου αιώνα από τους Ζανηχίτες, Έλληνες προερχόμενους από  το χωριό  Τζάχα.


Το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίχων της και η βαθιά πίστη  τους στην  ορθοδοξία διαφαίνεται εύγλωττα  από τις  πολλές ενορίες της,  τους ναούς και τα  παρεκκλήσια, συνολικά δώδεκα.5

Από   τις ενορίες6  κυριώτερες ήταν του Αγίου Θεοδώρου, του Αγίου Ιωάννου, της Παναγίας, του Αγίου Γεωργίου, των Λιβαδίων. Η ονομασία των ενοριών προήλθε από τον  υπάρχοντα σ’ αυτές  ιερό ναό. Στους  υπάρχοντες ναούς συνολικά πρέπει  να συγκαταριθμήσουμε και τους περικαλλείς ναούς του Τιμίου Σταυρού, του Αγίου Παντελεήμονος, των Ισαποστόλων  Κωνσταντίνου και Ελένης, του Μεγαλομάρτυρος Χριστοφόρου κ.ά.


Ο πληθυσμός της πόλης κατά την ακμή των μεταλλείων,  στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια, ξεπερνούσε τις  5000 οικογένειες, για να  περιορισθεί στις 4000 ψυχές γύρω  στο 1905, ενώ πριν από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο μειώθηκε στις 3000 ψυχές. Η μείωση ήταν τεράστια λίγο πριν τον ξεριζωμό.

Εκκλησιαστικά8 η Αργυρούπολη ανήκε στην Επισκοπή της επαρχίας Xαλδίας, η οποία ήταν μια  από τις Επισκοπές της Μητρόπολης  Tραπεζούντας. Το 1654 προήχθη σε αρχιεπισκοπή και το 1776 έγινε Μητρόπολη,  στην οποία προσαρτήθηκε και η  περιφέρεια των Xεριάνων με Μητροπολίτη  των Διονύσιο,  που καταγόταν από την Τσίτε.


Στον τίτλο του Μητροπολίτη Χαλδίας και Xεριάνων με πρωτοβουλία του πατριάρχη Κων/νου Ε’  για τις πολλές και μεγάλες προς  την Εκκλησία και την επαρχία υπηρεσίες του Μητροπολίτη Γερβασίου  προστέθηκε και «υπέρτιμος και έξαρχος παντός Ελενοπόντου», ενώ επί πατριαρχίας Γερμανού του Ε΄ με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Λαυρεντίου, που μετά την τραγική Μικρασιατική καταστροφή τον βρίσκουμε στη Δράμα  ως Μητροπολίτη της, προστέθηκε  στον τίτλο  «Μητρόπολις Χαλδίας και Χεριάνων και ο τίτλος Κερασούντος».

Στο  σημείο αυτό  νομίζω  πως επιβάλλεται να αναφερθώ δι’ολίγων  στον  κλήρο της περιοχής  Αργυρουπόλεως, ο οποίος αναδείχθηκε άξιος της αποστολής του σ’  όλη την επαρχία. Υπήρξε πρότυπο  ευσέβειας, Χριστιανικής αγάπης αληθινής, ηθικής αγνότητος και κυρίως  μεγάλου πατριωτισμού.
Και μολονότι ο κατώτερος κλήρος δε χαρακτηριζόταν για την επαρκή μόρφωσή του, όμως ανταποκρινόταν στο έργο του κατά τρόπο ζηλευτό.
Αντίθετα οι  αρχιερείς  διακρίνονταν για τη σοφία τους, την αγάπη τους  προς τα Γράμματα και το  αγέρωχο  φρόνημά τους, δίδοντας  συχνά τον αγώνα για την προστασία του ποιμνίου τους.

Ξεχωρίζουν οι μορφές  του  Ιγνατίου   Κουθούρη από τα Φυτίανα, του Σιλβέστρου Β’ από την Τσίτη, που είχε μυηθεί  στη Φιλική Εταιρεία, του  Γερβασίου Σουμελίδη από τη Βαρενού της Κρώμνης , του Γερβασίου Ωρολογά, μετέπειτα Μητροπολίτη  Ιωαννίνων , του Λαυρεντίου από τη Χαλδία, ο οποίος διετέλεσε  και Μητροπολίτης Δράμας, του Γερβασίου  Σαρασίτη, του Σωφρονίου, του Λεοντίου, του  Βελλάς  και Κονίτσης Παναρέτου, του Φιλοθέου  Καστελλιώτου, του Θεοφίλου Παπαγεωργίου κ.α.
Από την Αργυρόπολη έκλει την καταγωγή  του και ο διεθνούς  φήμης αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαριγγιαννίδης,  ο οποίος  επί δεκαετίες  κάνει ανασκαφές στο βασίλειο της Μαργιανής του  Τουρκμενιστάν. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών του έχει διατυπώσει σε περισπούδαστα  βιβλία.

Η  οικονομική ευμάρεια της  περιοχής, οφειλομένη στη λειτουργία των  μεταλλείων9, τούς οδήγησε στην ίδρυση Φιλεκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών  σωματείων , όπως  του «Μεταλλέα», του «Σωκράτη», του Κυριακίδη , « της Φιλοπτώχου Αδελφότητος», «της Φιλαρμονικής»  κ.ά. Ο  Σύλλογος  «Κυριακίδης», που πήρε το  όνομά του από το μεγάλο διδάσκαλο Γεώργιο Κυριακίδη, ο οποίος δώρησε στην  πατρίδα  του την πλούσια και αξιόλογη βιβλιοθήκη του, επανδρύθηκε  το 1926 στη  Νάουσα με την επωνυμία  «Φιλεκπαιδευτικός  Σύλλογος  Ναούσης ο Κυριακίδης».

Αξιοπρόσεκτη είναι  και η  παρατηρούμενη  εμπορική  κίνηση στην αγορά της Αργυρούπολης10 , οφειλομένη  κυρίως  στη λειτουργία  των μεταλλείων. Η αγορά ξεκινούσε από το τρανόν το  μεϊντάν (μεγάλη αγορά) και έφθανε μέχρι το Κιουτζούκ- Τζαμί. Μπορούσε κανείς να συναντήσει 140 καταστήματα, στα οποία πωλούνταν υφάσματα, ψιλικά,  υποδήματα,  έπιπλα , χρυσαφικά,    ωρολόγια, τρόφιμα, κρεατικά, διάφορα σκεύη, ποτά, ενώ δεν  έλειπαν τα μαγειρεία, τα ραφεία, τα βυρσοδεψεία, τα  ξυλουργεία. Ιδιοκτήτες  των καταστημάτων ήταν  κυρίως Έλληνες, ενώ Τούρκοι και Αρμένιοι εργάζονταν στην αγορά   ως αχθοφόροι, εργάτες και βαφείς.

Κοντά  σ’ αυτούς θα συναντούσε κανείς και πνευματικά επαγγέλματα, όπως του δασκάλου, των κληρικών, των ιατρών, των δικηγόρων , των αρχιτεκτόνων, των μουσικοδιδασκάλων, των ζωγράφων , των συμβολαιογράφων, των αναφορογράφων, των καθηγητών  και των χοτζάδων.
Οι σκληρά εργαζόμενοι κάτοικοι της επαρχίας Χαλδίας δεν είχαν στη διάθεσή τους σημαντικά ψυχαγωγικά κέντρα.  Παρά ταύτα  επινοήσανε   κάποια  ψυχαγωγικά μέσα ,που τους  ανακουφίζανε από το σκληρό μόχθο των μεταλλείων.11 Σ’ αυτά  συγκαταλέγονταν η καθισία  ή το παρακάθ’, (νυκτερινή συζήτηση και  συνδιασκέδαση), τα καυκία, και τα  πανοϋρα (πανηγύρια), στα οποία προσέρχονταν στις 15 Αυγούστου, της Αγίας Τριάδος, του Σταυρού, των Τριών  Ιεραρχών, του Αγίου Παντελεήμονος.

Την παραμονή  συγκεντρώνονταν  προσκυνητές από τα γύρω χωριά και μετά τον  εσπερινό επιδίδονταν  σε χορούς  και τραγούδια με τους ήχους του θείου απολλωνείου δώρου, της λύρας, ενώ έκαναν έντονη την παρουσία τους μικρέμποροι  πουλώντας  παιχνίδια , ψιλικά , βελόνες, κλωστές, καθρεφτάκια, βραχιόλια, σκουλιαρίκια,  δαχτυλίδια,  χρωματιστά καλύμματα για τα  κεφάλια  των γυναικών , τα λεγόμενα τσίτα  ή  γιαζμάδες. Δεν έλειπαν βέβαια  και τα διάφορα  παιχνίδια  και οι αθλητικοί αγώνες  (δρόμοι, πάλη, δίσκος, άλματα).

Αναφερθήκαμε πιο  πάνω  ακροθιγώς   στο ρόλο το σημαντικό,  τον  οποίο  έπαιξαν τα μεταλλεία. Καιρός να μιλήσουμε γι’  αυτά κάπως  εκτενέστερα.

 Η  ύπαρξή  τους είναι γνωστή πολύ πριν ασχοληθούν μ’ αυτά  οι Αργυρουπολίτες. Η εξόρυξη και κατεργασία των μετάλλων γίνονταν και στα αρχαία, ρωμαϊκά,  στα  μεσαιωνικά και στα νεώτερα χρόνια. Καίτοι όμως ήταν γνωστά,  δεν συγκέντρωσαν την προσοχή των κατοίκων. Η συστηματική  εκμετάλλευσή τους  άρχισε από την  εκεί  εγκατάσταση των Ελλήνων γύρω στα τέλη του  15ου  και αρχές του 16ου  αιώνος.
Οι  διαθέτοντες εμπειρία  γύρω από  τα μεταλλεία  Έλληνες  του Πόντου προχώρησαν  γρήγορα στη συστηματική εκμετάλλευσή τους, ιδιαίτερα του αργύρου,  τον οποίο  διέθετε πλουσιώτατο  το έδαφος της Χαλδίας.

Οι  Τούρκοι πολύ  νωρίς παραχωρήσανε την  εκμετάλλευση των μεταλλείων  στους Έλληνες για τους ακόλουθους  λόγους :α. Πρώτα πρώτα, γιατί  οι Έλληνες  διαθέτανε τη σχετική τεχνογνωσία για τον εντοπισμό των μεταλλοφόρων κοιτασμάτων, τον τρόπο εξαγωγής, κατεργασίας και χώνευσης του μετάλλου και β. Δεύτερον η μεταλλουργική  εργασία  ήταν όχι μόνο  πολύ κοπιαστική, αλλά και  ανθυγιεινή και επικίνδυνη  και συνεπώς ταίριαζε στους υπόδουλους  Έλληνες , κατά την αντίληψη του δυνάστη.

Το πόσο  οικτρό και επικίνδυνο ήταν το έργο των  μεταλλωρύχων  διαφαίνεται εύγλωττα από  το ακόλουθο τραγούδι:

Νύχταν ημέραν λάσκουμαι  απέσ’ ‘ς σα μαγαράδας,
μάναν, κύρην  ‘κ’ εγνώρισα απέσ’ ‘ς σα μαχαλάδας.
Όλοι λέγ’νε με, άχαρε, θαμένε, πεθαμένε
κι η κάλη  μ’  η χιλάκλερος, τζικάρι μ’  πονεμένε.
Όλ’ τρώγ’νε το ψωμίν  ατουν, ‘ς σο φώς και ΄ς σην ημέραν
κι εγώ ο κακορρίζικος  ‘ς ση λαγουμί’ την αθέραν.
Όλοι φορούνε κι αναλλάζ’ν και πάν’ ΄ς σα πανηϋρα
κι εμείς οι πουγαλεμέν’ ‘ς σα γούμα, ‘ς σα τσαμούρα.

Αυτή την κατάσταση γνωρίζοντας  καλά οι Τούρκοι, αλλά και αξιολογώντας την τεράστια οικονομική σημασία των  μεταλλείων  για  την οικονομία της αυτοκρατορίας τους άρχιζαν να συμπεριφέρονται με επιείκεια  στους Έλληνες μεταλλωρύχους   παραχωρώντας τους ελκυστικά προνόμια,  τα οποία λειτουργήσανε  ως κίνητρο για  την προσέλευση στην περιοχή  Ελλήνων καταπιεσμένων από άλλες περιοχές. Η Χαλδία λοιπόν έγινε το καταφύγιο των τυραννουμένων  Ελλήνων και κυψέλη νέας  αποικιακής επέκτασης.

Ο Σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄, που γεννήθηκε από Ελληνίδα μητέρα, ίδρυσε γύρω στο 1580 νομισματοκοπείο στην Αργυρούπολη για χάρη των μεταλλευτικών επιχειρήσεων και την εύκολη εξυπηρέτησή τους, έργο, το οποίο ανέθεσε σε Έλληνες.

Η συστηματική εκμετάλλευση των μεταλλείων  διαμόρφωσε μια νέα κοινωνική ομάδα13  που διαρθρωνόταν  ως εξής:

Στην  κορυφή βρισκόταν ο μαντέν εμίνης  (επόπτης μεταλλείων), πάντοτε Τούρκος για ευνόητους λόγους και  κρατικός υπάλληλος, ο μαντεντζή μπαση ή Ουστάμπαση (=γενικός αρχιμεταλλουργός), οι  μαντεντζή μπασήδες (αρχιμεταλλουργοί),  οι μαντεντζήδες  (απλοί εργάτες), οι τσαγουλτζήδες (οι θρυματιστές των μεταλλευμάτων), οι γαλτζήδες (οι πλύστες των μεταλλευμάτων),  οι φούρναροι, οι μπαλτατζήδες ( οι αξινοφόροι) με αρχηγό τον μπαλτατζή πασή  που απολάμβανε τιμές από το Σουλτάνο, όπως και ο αρχιμεταλλουργός.

Με το πέρασμα του χρόνου η κοινωνική  ομάδα των  μεταλλουργών απέκτησε όχι μόνο φωνή, αλλά και η οικονομική ευρωστία, την οποία διέθεσε  στην ανάπτυξη των Γραμμάτων και της Παιδείας, αλλά και στην οικονομική στήριξη της Εκκλησίας, φτάνοντας μάλιστα και μέχρι  την ενίσχυση του   ίδιου του  Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, της Αντιοχείας και του Παναγίου Τάφου.  

Στις εκκλησίες της Μητρόπολης  Χαλδίας  πολλά ήταν τα αργυρά  αφιερώματα των μεταλλουργών.  Αξιοπρόσεκτη  είναι και η  χειρονομία των  αρχιμεταλλουργών να ενισχύσουν με 12.000 γρόσια μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου τη Φιλική  Εταιρεία,  ύστερα  από μύησή τους από το Μητροπολίτη Σίλβεστρο. Ενίσχυσαν  ακόμη μέσω του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ την ελληνική επανάσταση  του 1821, (Γ.Θ. Κανδηλάπτη,  

Οι Αρχιμεταλλουργοί του Πόντου και  το εθνικόν  έργον αυτών, εκδοτικός Οίκος  Αδελφών Κυριακίδη ,σ.71).
Το  ενθαρρυντικό  για τον Ελληνισμό  κλίμα, αφού οι κάτοικοι της Χαλδίας ζούσαν ζωή ασυγκρίτως καλύτερη από τους άλλους  Έλληνες  του Πόντου, το πρόσεξαν ιδιαίτερα οι αρχιερείς της Χαλδίας και ενίσχυσαν τους  εαυτούς τους με το δικαίωμα του πνευματικού ηγέτη των  μεταλλουργών της Χαλδίας,  επεκτείνανε δε το δικαίωμα τους αυτό και σε  άλλες  μεταλλοφόρες περιοχές, παρά την αντίθετη γνώμη της Μεγάλης Εκκλησίας. Έφθασε μάλιστα στο σημείο ο Χαλδίας Ιγνάτιος το 1731 να προσαρτήσει  στη Μητρόπολή του  ολόκληρη την περιφέρεια της  Εεξαρχίας Κερασούντος, ενώ ο Σωφρόνιος με την ανεπιφύλακτη υποστήριξη του Πατριαρχείου αφήρεσε την  εποπτεία των μεταλλείων Αργάνων  από τον επίσκοπον Αμίδης του νομού  Διαρβεκίρ.


Τη μακρά περίοδο της ακμής και της  ευμάρειας διαδέχθηκαν  η ύφεση και ο μαρασμός, στον οποίο συνέβαλαν η ανεξέλεγκτη και ταυτόχρονα υπερβολική αύξηση του μεταλλουργικού   πληθυσμού της Χαλδίας. Αρνητικές επιπτώσεις είχε και η  ελαττούμενη σταδιακά  αποδοτικότητα ορισμένων μεταλλείων, των οποίων οι μεταλλοφόρες φλέβες άρχισαν να εξαντλούνται.

Το μεγάλο  χτύπημα  όμως ήρθε από τους Ευρωπαίους ,  οι οποίοι  με τους  απεσταλμένους αντιπροσώπους τους  επενέβησαν  στην εκμετάλλευση των μεταλλείων.  Άγγλοι, Γάλλοι και  Γερμανοί  διείσδυσαν στο τουρκικό  έδαφος.

Αποτέλεσμα αυτής της διείσδυσης ήταν πολλοί  από τους  Έλληνες  εξειδικευμένους  εργάτες των μεταλλευτικών   στοών  να  εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να  αναζητήσουν καινούργια  τύχη στον Καύκασο (περιοχές  Αρμενίας  και  Γεωργίας), στη Μεσοποταμία και στη Συρία.

Το οριστικό ξέκομμα των Ελλήνων  από τα μεταλλεία ολοκληρώθηκε με το ανήκουστο στην ανθρώπινη  ιστορία ξερίζωμα , που συντελέστηκε  με τον υστερόβουλο δάκτυλο   των  πολιτισμένων Ευρωπαίων,  αλλά και τα δικά μας  λάθη.

Καιρός όμως να περάσουμε και στην  προσφερόμενη παιδεία στην Αργυρούπολη, και ευρύτερα στην περιοχή της  Χαλδίας.
Για  έναν  αιώνα, μετά   την άλωση της Βασιλίδος  των πόλεων, της Κων/πολης, η προσφορά  της παιδείας περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό. Η  στυγνή συμπεριφορά των Τούρκων φίμωσε το δικαίωμα  των ραγιάδων στη μόρφωση . 

Σανίδα σωτηρίας προσφέρανε τα μοναστήρια και το ράσο. Το κρυφό σχολειό, όσο θέλουν  κάποιοι νεόκοποι κουλτουριάρηδες να το  αμφισβητούν,  λειτούργησε ως η αισιόδοξη ηλιαχτίδα  στη βαρυχειμωνιά.
Έναν αιώνα αργότερα η Κεφαλή της Ορθοδοξίας  παρεμβαίνει δυναμικά.

Φτάνουμε στο 1732 και στον  αρχιεπισκοπικό θώκο της Χαλδίας ανεβαίνει ο Ιγνάτιος , άνδρας ευρύτερης μόρφωσης και  με βαθιά ριζωμένο στην ψυχή του τον ελληνισμό, ο οποίος  και κινείται προς την κατεύθυνση  ίδρυσης Σχολής κατά τρόπο συγκρατημένο! Όμως ο  σπόρος ρίχτηκε. Ιδρύεται στην Αργυρούπολη Σχολή, που  παίρνει  την ονομασία  «η  εν Κανείω Ελληνική Σχολή»,  στην οποία  διδάσκονται ελληνικά μαθήματα, μουσική και θεολογικά γράμματα.

Παράλληλα με τον πιο  πάνω  τίτλο υπάρχει και ο τίτλος «η εν Γκιουμουσχανέ Ελληνική Σχολή της Χαλδίας». Οι τίτλοι αυτοί εξακολουθούν να  υφίστανται μέχρι το 1840, οπότε ο  διαπρεπής  διευθυντής της  και πατριαρχικός αρχιμανδρίτης Σεραφείμ  Χατζή Ακεψιμά από  τα  Φυτίανα  τη μετονομάζει σε «Φροντιστήριον Αργυροπόλεως»  και γίνεται πια  κιβωτός και κυψέλη παιδείας, συγκεντρώνοντας μεγάλο αριθμό μαθητών όχι μόνο από την  Αργυρούπολη, αλλά  και απ΄ όλη την Επαρχία.

Φωτισμένες  μορφές των ελληνικών γραμμάτων μεταλαμπαδεύουν τη φλόγα της μάθησης στις ψυχές των νέων. 
Ενδεικτικά  αναφέρουμε  τους : Καλλίνικο Χουτουριώτη, Νεόφυτο Γουμεριώτη, Πτολεμαίο, Θωμά Παυλίδη,  Γερβάσιο  Ωρολογά, Γεώργιο Ευθυβούλη,  Αγαθόνικο Γεωργιάδη , Γεώργιο Ξιφιλίνο, Νικόλαο Γεμουρίδη, Βασίλειο Χατζηακεψιμά, Κων/νο  Κουτσουπίδη και σωρεία  άλλων.

Το Φροντιστήριο αναδεικνύει  μορφές, που  επανδρώνουν  και κοσμούν την  Εκκλησία και την Παιδεία. Είναι  ο τηλαυγής φάρος  που φωτίζει  τις ψυχές και  το φρόνημα των υποδούλων και  καθίσταται  ένα από τα τελειότερα ελληνικά  εκπαιδευτήρια του Πόντου, καταρτίζοντας επιλέκτους  δασκάλους , οι οποίοι δίδασκαν στα σχολεία του  Πόντου και του Καυκάσου την ορθόδοξη και την ελληνική παράδοση, προετοιμάζοντας το έδαφος για την   ανάκτηση της ελευθερίας, που  δυστυχώς δεν ήρθε  ποτέ. Το έργο του ενισχύει πλουσιοπάροχα η συντεχνία των αρχιμεταλλουργών τόσο οικονομικά, όσο και ηθικά , αφού αποτελούσε  τον  κινητήριο οικονομικό μοχλό, αλλά και για  τις διπλωματικές  παρεμβάσεις της στα τουρκικά όργανα  διοίκησης, λόγω  της οικονομικής  ευρωστίας,  που  διέθετε.
Αξιοσημείωτη είναι η κίνηση του αρχιεπισκόπου Χαλδίας από την Τσίτη Διονυσίου  Κουζάνου, ο οποίος βλέποντας την  από πολλά μέρη συρροή μαθητών  στη Σχολή  Χαλδίας και θέλοντας   να ευρύνει τον  κύκλο  των μαθημάτων της  απευθύνεται στους Έλληνες του Εξωτερικού ζητώντας δασκάλους  έγκριτους και  πεπειραμένους .  Η έκκλησή  του βρίσκει  ανταπόκριση και η Σχολή επανδρώνεται με αξιόλογες προσωπικότητες, οι οποίες  αναβαθμίζουν την  ποιότητα των διδασκομένων   μαθημάτων   με την εισαγωγή της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων.


Το Φροντιστήριο αποκτά αίγλη ξεχωριστή, όταν τη διεύθυνσή του αναλαμβάνει  ο Γεώργιος Παπαδόπουλος του Κυριακίδη, που εργάζεται με  αυταπάρνηση για την αναβάθμισή του.  Δίκαια οι σύγχρονοι  και μεταγενέστεροί  του τον  αποκαλέσανε Φωστήρα του Πόντου και Άστρο της Ανατολής.
Με τις όντως ηρωικές  ενέργειες  του Γεωργίου Παπαδοπούλου Κυριακίδου,  τη συνδρομή του Χαλδίας  Γερβασίου,  την οικονομική  στήριξη των κατοίκων της Χαλδίας θεμελιώθηκε το 1875, την ημέρα  των Αγίων Πάντων, το κτίριο του Φροντιστηρίου, όπως  εύγλωττα  φαίνεται  από την ακόλουθη  επιγραφή του κτιρίου, του οποίου η αποπεράτωση συντελέστηκε το 1879: «Δι’  εράνου των κατοίκων της Χαλδίας και καμάτων Γεωργίου Κυριακίδου, ως εστία των γραμμάτων  τόδ’ εκτίσθη το σχολείον, ποιμενάρχου τότε όντος Γερβασίου του μεγάλως την παιδείαν εκτιμώντος»
Εν Αργυροπόλει τη  5η Ιουλίου   1875
Δυστυχώς η επιγραφή  δεν τοποθετήθηκε  στο κτίριο, γιατί κάποιοι Αργυροπολίτες  μικροφιλόδοξοι και ιδιοτελείς, κατά τον Γεώργιο  Κανδηλάπτη,   θέλησαν  να  μεταβάλουν τον πρώτο στίχο της επιγραφής από «Δι’ εράνου των κατοίκων της Χαλδίας» σε «Εξ εράνου των κατοίκων της Αργυροπόλεως». Άδικη  βέβαια η αντίδρασή τους, γιατί  η τεράστια δαπάνη για την ανέγερση του καλαίσθητου κτιρίου προήλθε από τα γενναία ποσά που προσέφεραν οι κοινότητες της Χαλδίας.

Πολλοί  από τους αποφοίτους του Φροντιστηρίου , μετά τον ξεριζωμό, επανδρώσανε τα σχολεία της Μητροπολιτικής  Ελλάδος κάνοντας  εμφανέστατο τον  άψογο παιδευτικό τους καταρτισμό (Κανδηλάπτης, Ζερζελίδης, Μελανοφρύδης, Κυριακίδης Γεώργιος, Στέφανος Γρηγοριάδης, Λάζαρος Ουσταπασίδης, Παύλος και Χρίστος  Αβραάμ Παπαδόπουλος.

Παράλληλα με το Φροντιστήριο, και χάρη στις   άοκνες προσπάθειες  του αναμορφωτή της πατρίδας του Γεωργίου Παπαδοπούλου, ιδρύθηκε  το 1873 στην  Αργυρούπολη  το πρώτο στην  επαρχία Χαλδίας Παρθεναγωγείο, αφού  ξεπεράστηκε η ρατσιστική αντίληψη: « Για τα κορίτσα μουν  σχολείον έν’ να πλέκ’νε ορτάρα και να σαχταρών’νε σκεύα και όχι  να μαθάν’νε  γράμματα και να γράφ’νε τραγωδίας για τη νουσαλούδες  ατουν. Σάγκις ‘ς σην  πόλ’ θ’ ευτάματσεν δασκάλτς;».

Από  τις  28 μαθήτριες στην πρώτη χρονιά λειτουργίας τού  Παρθεναγωγείου  φτάσαμε στις 75 στην  τέταρτη χρονιά.  Στην  προσπάθεια  αυτή είχε  συμπαραστάτη  και τον ολοπρόθυμο σε κάθε θεοφιλές έργο μητροπολίτη Γερβάσιο  Σουμελίδη. 

Στο  σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω μερικά  ονόματα φωτισμένων γυναικών που δίδαξαν  και  διηύθυναν το Παρθεναγωγείο: Χαρίκλεια Καζαντζίδου, Ελπίδα  Μυστακοπούλου, Καλλιόπη Κοτροπούλου, Βαρβάρα Ελευθεριάδου, Άννα Εξακουστίδου, Σαπφώ Κατρανίδου με τελευταία  την Ευδοξία Μολυβδά.
Δυστυχώς ο βίος  της ευκλεούς  εν Κανείω  Ελληνικής Σχολής της Χαλδίας, του Φροντιστηρίου της Αργυρούπολης, διεκόπη ύστερα από 200 χρόνια, γιατί έτσι το ήθελαν τα μεγάλα  συμφέροντα των δυνατών της Ευρώπης Γερμανών, Άγγλων , Γάλλων και  Αυστριακών.

«Τη  ενόχω  συνεργία των συμμάχων χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922, γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος  στο περισπούδαστο έργο του «Η Εκκλησία της Τραπεζούντος», το εθνικόν  κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ  πασά συνεπλήρωσε το έργον  των Νεοτούρκων και κατά  εκατοντάδας απηγχονίζοντο  Έλληνες  κληρικοί και πρόκριτοι του Πόντου εν οις και ο αντιπρόσωπος της Μητροπόλεως Τραπεζούντος αείμνηστος Ματθαίος Κωφίδης, ενώ  χιλιάδες άλλαι στρατευσίμων νέων κατεδικάζοντο  εις τον δια της πείνης και  των  ταλαιπωριών θάνατον εν τη εξορία».

Και όταν ο αναγκαστικός ξεριζωμός  του 1922-23 επιβλήθηκε στους Έλληνες Ποντίους και ήλθαν στην Ελλάδα, κανείς απ’ αυτούς δεν πίστευε  και δεν ήθελε να πιστέψει ότι σε λίγα χρόνια  δε θα γύριζε πίσω στη γη τους, στον Πόντο,  κι ας είχαν  βιώσει  τις βιαιότητες, τις εξορίες , τον αφανισμό των περιουσιών, τις καταστροφές, τις ατιμώσεις,  τις βεβηλώσεις ιερών και οσίων,  τις λεηλασίες και το φρικτό  θάνατο.

Για μια  ολάκερη δεκαετία το όνειρο της «ανάκλησης», της επιστροφής δηλαδή στη γενέτειρα γη, συντηρήθηκε για να σβήσει στη συνέχεια μια  για πάντα. Παρά  ταύτα οι   αδικοξεριζωμένοι Αργυροπολίτες  και οι άλλοι Πόντιοι  με τον εφιάλτη της  συμφοράς να τους κυνηγά ανελέητα,   όμως  με  την ψυχή   στητή κι ολόρθη, έφεραν στη μάνα Ελλάδα τη  φιλοσοφία τους, τις γνώσεις τους, τη φιλοπονία τους, την αισιοδοξία τους και, παρά τη σκληρή συμπεριφορά των γηγενών, στήριξαν την ελληνική παιδεία και την ελληνική  οικονομία ξεχερσώνοντας τις βαλτώδεις εκτάσεις και  γεμίζοντας τα αμπάρια με αγαθά.

 Έχτισαν  σχολεία και ιερά καθιδρύματα. 
Λάμπρυναν  τους πανεπιστημιακούς  θώκους  και απέδειξαν με την  υπομονή και  την  αξιοπρέπειά τους ότι δεν είναι αούτηδες ούτε τουρκόσποροι, αλλά ατόφιοι Έλληνες , όπως  ξεκάθαρα το δήλωσε ο μισέλληνας  Γερμανός ιστοριοδίφης  Φαλλμεράϋερ - γράφοντας το 1827 τα ακόλουθα  στο  έργο του « Ιστορία της Αυτοκρατορίας  της Τραπεζούντος:

 «  Η αρχαιότατη Ελλάδα και οι αρχαιότατες ελληνικές πόλεις δεν πρέπει να αναζητηθούν στην Πελοπόννησο ούτε στην  Αθήνα  ή στη Δωρίδα, αλλά στις κοιλάδες του  Καυκάσου και στις ανατολικές ακτές του Ευξείνου Πόντου». Και παρακάτω:  «Εδώ η παράλια   Τραπεζούς  ήταν μια   από τις  πιο πρώιμες εγκαταστάσεις του αρχαίου πελασγικού ελληνικού λαού και ο Βυζαντινός Ευγενικός και ο Τραπεζούντιος  Βησσαρίων  λένε μια μεγάλη αλήθεια , όταν την αποκαλούν την πιο  αρχαία και πιο διάσημη πόλη της Ανατολής».

Ασφαλώς με την άποψή του αυτή  ο Φαλλμεράϋερ, άποψη επικίνδυνη για  τον ελληνισμό, αρνιόταν ότι οι Νεοέλληνες είναι  απόγονοι του αρχαίου και  ένδοξου γένους των Ελλήνων,  αλλά μείγμα  επιδρομέων Σλάβων και  Αλβανών. Η άποψή του πολεμήθηκε έντονα  από Έλληνες Πανεπιστημιακούς με προεξάρχοντα τον Νικόλαο Πολίτη, πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας.

Ο μεγάλος  μας ιστορικός Πολυχρόνης  Ενεπεκίδης, καθηγητής στο  Πανεπιστήμιο της  Βιέννης, απέδειξε  με ερευνά  του  ότι αυτή η θεωρία  κακώς αποδόθηκε  στον Φαλλμεράϋερ , αλλά ήταν  προσθήκη αγνώστου, προφανώς μισέλληνα, στο δοκίμιο του έργου του Φαλλμεράϋερ προτού αυτό εκτυπωθεί. Η άποψη  αυτή του Φαλλμεράϋερ, για τους  Ποντίους Έλληνες έχει μεγάλο κύρος, αφού  κανένας, ιστορικός δεν αμφισβήτησε την ελληνικότητά τους, αλλά και οι ίδιοι οι Τούρκοι  τους  αναγνωρίζανε ως  Έλληνες,  αποκαλώντας τους Ρούμ.

Εγκαταστάθηκαν λοιπόν στη Μακεδονία (Νάουσα, Κιλκίς, Δράμα, Θεσσαλονίκη), στην Αττική (Δραπετσώνα, Κοκκινιά, Καλλιθέα) και στη Θράκη κτίζοντας νέους  οικισμούς, στους  οποίους   δώσανε το όνομα της πατρίδας  τους.

 Ένας  τέτοιος ατόφιος, προοδευτικός και  ζηλευτός οικισμός μας φιλοξενεί σήμερα και μας αγκαλιάζει με την αδελφική αγάπη του με προεξάρχοντα  τον  ακούραστο μαχητή και  αγωνιστή για την επίλυση των προβλημάτων των συνδημοτών του,  τον  μαθητή μου Θεόδωρο Αθανασιάδη.

Οι Αργυροπολίτες μάς  έφεραν κατά θεία οικονομία και τη ζηλευτή ευλογία. 

Ο Πανάγαθος  Θεός εν τη απείρω αγάπη  του απέστειλε στο λαό της Δράμας  την  οσιακή μορφή του βιώσαντος πολύπλαγκτον 
 και πολυβάσανον βίον Οσίου  Γεωργίου Καρσλίδη,
 ο  οποίος ως ανάργυρος  ιατρός ασθενών 
και  πτωχών ενστάλαζε  στις ψυχές των πνευματικών του τέκνων,
 «των προβάτων» Του, όπως τα αποκαλούσε, το νέκταρ της εν Χριστώ ζωής για τριάντα χρόνια. 

Ο  οσιακός βίος του, η λιτή ζωή, η φιλανθρωπία, η διορατικότητα, η αγάπη για το Χριστό, τα  θαύματά Του, η ψυχωφελής παρουσία Του και η στήριξη των  κλυδωνιζομένων από  Τον καύσωνα της αμαρτίας και της απιστίας συνανθρώπων μας Τον καθιέρωσαν πολύ σύντομα στη συνείδηση των πιστών ως Άγιο.

Και αυτήν τη συνειδησιακή καθιέρωσή Του ως Αγίου ήρθε ο εξ Ανατολών
 Άγιος Δράμας Παύλος, και,
  στηριζόμενος στους  θείους  και ιερούς κανόνες, εκίνησε  την ενδεδειγμένη διαδικασία της  αγιοκατατάξεώς Του, την οποία   επικυρώσανε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας  της Ελλάδος και η Σεπτή κορυφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας  μας, η οποία   και ετίμησε τις μεγαλειώδεις  εκδηλώσεις  με την παρουσία της.  

Οποία  ευλογία για έναν τόπο να τελεί  υπό την  θερμουργόν σκέπην του κρουνού των θαυμάτων, του ρείθρου της θείας χάριτος, το οποίον  τόσον   ηγάπησεν  εν ζωή και  εξακολουθεί από τον νοερό χώρο της  χορείας  των Αγίων να εκχέει δρόσον  σωτηρίας στις  πυρακτωμένες  και κλυδωνιζόμενες ψυχές των  προσερχομένων στην καθαγιασμένη Μάνδρα της  Αναλήψεως του Σωτήρος στη  Σίψα ως  προσκυνητών!

Εύλογα λοιπόν το πιστό ποίμνιο της μαρτυρικής  Μητροπόλεως Δράμας, αλλά και άλλων πιστών από άλλες  ελληνικές περιοχές καθώς και από χώρες τον Εξωτερικού  οφείλει χάριν πολλήν και ευγνωμοσύνην βαθείαν στον  Σεπτότατο  Ιεράρχη  και πνευματικό μας πατέρα κ.Παύλο.

Είθε η  Ευλογία του Οσίου και  Θεοφόρου πατρός  Γεωργίου, του  οποίου τα χαριτόβρυτα  ιερά λείψανα αγιάζουν τον νομό μας, να μας  σκέπει εσαεί και  να μεσιτεύει για τη σωτηρία μας στον κτίστη του σύμπαντος, στον Μεγαλοδύναμο και  πολυέλεο  κύριο.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου