Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Δράμα στις αρχές του 19ου αιώνα: Το Σαράϊ του Δράμαλη.



Μαχμούτ Πασάς-Δράμαλης
Έχει σημειωθεί κι αλλού πως η πόλη την εποχή της Τουρκοκρα­τίας αποτελούσε αξιόλογο διακομιστικό κέντρο στρατιωτικών δυνάμεων. 

Ιδιότητα δυσανάλογα μεγάλη για μια μικρή χωριατούπολη. Διέθετε στρα­τηγική θέση για την εκτεινόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία της εποχής εκείνης προς την Ευρώπη μέχρι την Αλβανία και το Βελιγράδι.



του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη

Από την Κωνσταντινούπολη ως τη Θεσσαλονίκη, η Δράμα και οι Σέρρες
 συγκεντρώνουν το στρατιωτικό ενδιαφέρον των σουλτάνων, χωρίς φυ­σικά να μπορούν να συγκριθούν με τη Λάρισα και τα Ιωάννινα από την άποψη αυτή. Εκεί βρίσκονται, όπως και στη Θεσσαλονίκη ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις σε σταθερή και μόνιμη βάση, συνδυασμένες με ανάλογα κέντρα εκπαί­δευσης στην τέχνη του πολέμου, έτοιμες να επέμβουν, σε περίπτωση που χρειαστεί, στις βορειοδυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.


Στη βόρειακεντρική πόλη, ανάμεσα στα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, ξεχωρι­στή οικοδομική ευπρέπεια συνόδευε τα σπίτια των αξιωματούχων που ήταν συ­γκεντρωμένοι στην περιοχή αυτή.
Ως τις αρχές του αιώνα και ειδικότερα ως το 1913, οι Έλληνες δεν κυκλοφορούν με ευκολία και άνεση γύρω από την περιοχή των δικαστηρίων, δυτικά ως το παλιό «Τσάι», την σημερινή οδό 29ης Μαΐου και το Ορφανοτροφείο και ανατολικά ως την Αγία Τριάδα.
Εξαίρεση αποτελούσαν οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι πρόκριτοι, οι δημογέροντες, οι μεγάλοι έμποροι και γενικά οι Έλληνες που έπαιζαν κάποιο σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή του τόπου. Σε κάθε περίπτωση μια έντονη αίσθηση στρατιω­τικής και διοικητικής ασφυξίας περιέβαλε του χριστιανούς.
Ανάμεσα στα κτίρια που δέσποζαν στο χώρο ξεχώριζε και το παλάτι του Μαχμούτ Πασά, του γνωστού ως Δράμαλη. 

Τόσο στη δική του όσο και στην εποχή του γιου του Ταχήρ Ομέρ Μπέη, μέχρι πριν από το θάνατό του το 1885, το σαράι στο τέλος της οδού Μ. Αλεξάνδρου, δεξιά, αποσπούσε πάντα την προσοχή των περα­στικών.
Η πρώτη επίσημη επικοινωνία με τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, αρχίζει στην Έκτη Τάξη του δημοτικού σχολείου, η οποία μεταξύ άλλων παραπέμπει με το δι­κό της τρόπο και στο όνομα Δράμαλης.
 Παρεμβαίνει στην ιστορική μας μνήμη με δυο βασικές όψεις.

 Με την όψη του μεγάλου πολέμαρχου στην αρχή και του μεγά­λου ηττημένου στο τέλος της σύντομης ζωής του Μαχμούτ Πασά του.
 Για τους Δραμινούς όμως ο Δράμαλης, πατέρας και γιος, πέρασαν με τον καιρό από την ιστορία στο θρύλο.
Το σπίτι τους μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του Εξήντα φάνταζε γεμάτο επιβλητικότητα και μυστήριο.

Προσπαθούσε ν’ αντισταθεί στο χρόνο και την εγκατάλειψη.
Ο 18ος αιώνας βρήκε την οικογένεια Δράμαλη να πλουτίζει από την παραγωγή και το μεγάλο εμπόριο ρυζιού, λιναριού και άλλων προϊόντων.

Λίγο πριν από την ελληνική Επανάσταση βρέθηκε με σουλτανικό φιρμάνι διοικητής πολυάριθμων στρατιωτικών δυνάμεων στη Λάρισα, χωρίς να χάσει τη θέση του Ναζίρη στο με­γάλο σατζάκι της Δράμας., που τροφοδοτούσε με ιππικό της Δράμας, πεζικό της Δράμας και της Κορμίστας και μπαρούτι της Ελευθερούπολης όλο σχεδόν τον ση­μερινό ελληνικό χώρο, μέχρι τα Ιωάννινα και την Πελοπόννησο.
175 χρόνια μετά το θάνατό του στην Κόρινθο από τη στενοχώρια και τα βόλια του υψηλού πυρετού, εξακολουθεί να επιβιώνει ιδιαίτερα στη συλλογική μνήμη του Δραμινού λαού, σαν σύμβολο απρόβλεπτης ανθρώπινης μοίρας που κυμαίνεται ανάμεσα στα πάντα και στο τίποτε, την ύπαρξη και την ανυπαρξία.
Από την ομηρία στα χαρέμια του σουλτάνου Σελήμ του Γ' ως τη χλιδή και την πολυτέλεια του φημισμένου πασά της Δράμας και της Λάρισας με τους 20.000 στρατιώτες, πέρασε μόλις στα 42 του χρόνια στην πολεμική ταπείνωση και τον άσφαιρο θάνατο.
Ο γιος του Ταχήρ Ομέρ Μπέης κληρονόμησε την οικονομική δύναμη του πατέρα του, όπως πήγαζε από τα μεγάλα ιδιωτικά τσιφλίκια τα μαγαζιά και τα σπίτια στη Δράμα, μαζί με την επίζηλη εύνοια των ισχυρών της Πύλης που άντεξε ως το 1913.
Το παλάτι του στη Δράμα, έστω και σαν σημάδι παρακμής, ασκούσε για τους μα­θητές, μέχρι και μετά το Μεγάλο Πόλεμο κάποια ανέκφραστη γοητεία και ένα αί­σθημα δέους, ανακατεμένο με τη μαγεία της δύναμης και του μυστηρίου.
Συνήθως τις εορταστικές ημέρες της παλιγγενεσίας και μετά την παρέλαση μι­κρές και μεγάλες ομάδες παιδιών του γυμνασίου ανηφόριζαν την Μ. Αλεξάνδρου, για να ατενίσουν τ’ απομεινάρια σύμβολα της μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατο­ρίας στα κτίσματα της περιοχής, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε και το σπίτι του γνωστού τους από την ιστορία, Δράμαλη.
Ακόμη και σήμερα στη θέα του χώρου για τους γνωρίζοντες την ιστορία, κάποια μορφή παραίσθησης παραπέμπει στο ζοφερό καιρό της μόνιμης ασθένειας της πό­λης από το οθωμανικό άσθμα.
Μια αίσθηση δύσπνοιας, βηματισμοί αλόγων και φεσοφόρων ιππέων πιέζουν τα στήθη περισσότερο σ’ αυτή την στρατοκρατούμενη περιοχή της πόλης.
Παραγγέλματα αξιωματούχων και σκιές υπηρετών ανακατεύο­νται άτακτα στη φαντασία μαζί με τα τσιφτετέλια και τους ανατολίτικους μουσι­κούς ρυθμούς που βγαίνουν από τα ευρύχωρα χαρέμια. Σειρές από πεντζερέδες, οντάδες και πανέμορφες χανούμισσες, ντυμένες στο χρυσάφι και το μετάξι.

Και χί­λιες δυο μυρουδιές από φαγητά και γυναικεία αρώματα, βγαλμένα από τα μισόκλειστα πεντζούρια και φτάνουν με το κατάλληλο αεράκι ως τους στρατώνες με τους δυο χιλιάδες στρατιώτες.
Όμως οι «μεγάλοι» λεωφόροι της ζωής των ισχυρών, των φημισμένων, των ξα­κουστών έχουν κι αυτοί τα δικά τους στενά, τα δικά τους Δερβενάκια...

Ειδικότερα οι πασάδες και οι μπέηδες συχνά δεν απέφυγαν τα «στενά» του ολέ­θρου.
Δυστυχώς οι διαδοχικοί πόλεμοι και οι μεταπολεμικές περίοδοι από το 1913 ως το 1950, υποχρέωναν κράτος και λαό σε αγώνα επιβίωσης που στερούσε τη δυνα­τότητα για αρχιτεκτονικές και αισθητικές παρεμβάσεις με προαπαιτούμενο κάποιο οικονομικό επίπεδο ζωής.
Στοιχειώδεις προϋποθέσεις για μια οικοδομική ανασυγκρότηση, αφιερωμένη στην οικιστική ιστορία, τέχνη και πολιτισμό, αρχίζουν να εμφανίζονται ουσιαστι­κά μετά το 1965.
 Οι αρμόδιες υπηρεσίες κινητοποιήθηκαν και στη Δράμα και από τις αρχές του 1970 εγκρίθηκε ο νέος οικοδομικός κανονισμός, όπου ενσωματώθη­καν και διατάξεις για χαρακτηρισμό διατηρητέων κτισμάτων και για επισκευή, συ­ντήρηση αναπαλαίωσή τους κλπ.
Ήταν όμως ήδη πολύ αργά για ένα αριθμό σημαντικών για τη φυσιογνωμία της πόλης κτισμάτων, με την έννοια ότι οι δαπάνες αναπαλαίωσης και ανακαίνισης, όπως ειπώθηκε, καταντούσαν οικονομικά ασύμφορες, αφού χρειαζόταν διπλάσια και τριπλάσια χρήματα από του να στηθούν στη θέση τους «σύγχρονες» τσιμεντοδομές.
Σε μερικά στενά της πόλης το τοπίο προκαλεί έντονα αισθήματα απογοήτευσης και εγκατάλειψης. Οι σωροί από ερείπια θυμίζουν τάφους σε κοιλάδες ελεφάντων.

 Η θέα τους αφήνει στο λαιμό ένα κόμπο και στο στόμα μια πίκρα κινίνου.
Φυσικά, ακατόρθωτο δεν ήταν.
Αν δινόταν και στη Δράμα κίνητρα σαν αυτά που δόθηκαν σε ανατολικότερες πρωτεύουσες νομών, θα είχαν περισωθεί πολλά πολύ­τιμα κτίσματα που χάθηκαν και θα ελπίζαμε ότι δεν θα καταρρεύσουν και τα λίγα (περί τα 35-40) που απομένουν.
Θα ήταν άδικο όμως ν’ απαριθμούνται μόνο οι αρνητικές όψεις αυτής της πο­λυπρόσωπης πόλης. Γιατί εκτός από τα στενά και φιδωτά σοκάκια που δεν είναι άλλο από τις ρυτίδες μιας πολύχρονης κυρίας, έχει κι αυτή πολλά φυσικά και τε­χνητά στολίδια.
Αρκετά από τα στενά της μεταμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια σε γραφικούς πεζόδρομους, στολισμένους με παραδοσιακά κεφαλόβρυσα, με πάρκα, με πλακό­στρωτα χρωματιστά με γήινα χρώματα και χώρους πρασίνου.
Για τους ρομαντικούς ανθρώπους και τους λάτρες της ιστορίας και της Τέχνης υπάρχει ακόμη και ένας μικρός αριθμός από ανακαινισμένα κτίσματα για να βυ­θίζουν τη σκέψη τους σ’ έναν αλλοτινό τρόπο ζωής και σκέψης.
Σ’ ένα κόσμο που φεύγοντας άφησε πίσω του τη γεύση του παλιού χειροποίητου κρασιού.
Να! Σαν τις λίγες οπτικές εικόνες οικιστικής νοσταλγίας που σκαρφαλώνουν ακόμη με πείσμα στα βράχια της βόρειας πλαγιάς, πάνω από την Αγία Βαρβάρα, ως την οδό Βενιζέλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου