Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη

Στη Δράμα, στη Θέση του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στη δυτική είσοδο της πόλης, ανυψώθηκε πρόσφατα ένα νέο επιβλητικό λατρευτικό οικοδόμημα για το οποίο ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Δράμας κ. κ. Παύλος (Αποστολίδης), είπε πως διατηρεί στην ολότητά του την ονομασία που είχε το πρώτο ναΐδριο του κτήτορά του Μητροπολίτη Λαυρεντίου στη δεκαετία του 1920.
Λίγοι γνωρίζουν ωστόσο ότι ο ίδιος ο Λαυρέντιος το ονόμασε τότε Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος – Νέα Παναγία Σουμελά.
Για την ουσιαστική μάλιστα σύνδεση του ιδρύματος με την Παναγία, τοποθετήθηκε σ’ αυτό και πιστό αντίγραφο της εικόνας της, σε εποχή που η πρωτότυπη εικόνα βρισκόταν ακόμη θαμμένη από τους μοναχούς της μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα της μονής στη γη του Πόντου. 3-4 χρόνια αργότερα (1931), μετά από προσωπική συμφωνία Βενιζέλου-Ινονού ανασύρθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και η εικόνα τοποθετήθηκε ως έκθεμα στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.
Αδιάψευστη μαρτυρία της άμεσης σχέσης της μονής με την αντίστοιχη του Πόντου τυγχάνει το γεγονός ότι δυο από τους κληρικούς της, ο Πολύκαρπος Σουμελιώτης, από την μεγάλη οικογένεια των Αδάκτυλων του Πόντου και ο ηγούμενος Άνθιμος βρίσκονται εδώ ενταφιασμένοι.
Ως Μητροπολίτης Δράμας από το 1922 που διαδέχθηκε τον Αγαθάγγελο και λίγο πριν κοιμηθεί ο Λαυρέντιος (1868-1928), είχε αποπερατώσει τον Ιερό αυτό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, σε ανάμνηση του ταυτώνυμου, που ανήγειρε ο πατέρας του στον Πόντο, «Διηνεκές μνημόσυνον των εν Πόντω και αλλαχού σφαγέντων και εν ερημίαις, πικραίς εξορίαις, και αναγκαστικαίς αποδημίαις τελειωθέντων Ποντίων Ελλήνων».
Στην μπροστινή μετόπη του ναού έγραψε:
«Κρωκότυλον κώμας Βαρενού ποτε δείματο Ναόν Πρώτος πατήρ
ιερεύς. Ενθάδε πατρίδ’ εήν βία λιπών Αρχιερεύς Λαυρέντιος, υιός
τον δ’ έκτισε νυν, ευλαβέως προπρόνως ή ες».
Στην ανατολική μετόπη έγραψε:
«Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην, ότι Σύ κατακυριεύσεις εν πάσι
τοις έθνεσι. Των υπέρ πίστεως και πατρίδος απ’ αιώνων
μαρτυρησάντων Ποντίων αιωνία η μνήμη».
Κοιμήθηκε 24 Ιουλίου 1928.
Πάνω στο μαρμάρινο επιτάφιο τύμβο του, ο τότε Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος χάραξε τα εξής:
«Λαυρέντιος μεν Τιβαρινός Χαλδίας
ενθάδε κείμαι πλείσθ’ όσα καμών παθών
Δράμαν τρισολβίαν τε εύχρονος λιπών
Ως τω Θεώ έτυχον, ώ γε η δόξα».
Γεννήθηκε στη Βαρενού της Χαλδίας του Πόντου, φοίτησε στο Γυμνάσιο Αργυρούπολης και αποφοίτησε με άριστα από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Σύντομα χειροτονήθηκε Αρχιδιάκονος και το 1905 αναχώρησε για την Κερασούντα όπου εκλέχτηκε Μητροπολίτης Χαλδίας.
Την εποχή εκείνη η Κερασούντα ανήκε εκκλησιαστικά στο Μητροπολίτη Τραπεζούντας.
Ο Λαυρέντιος την μετέφερε στη Μητρόπολη Χαλδίας, την πρόσθεσε στον εκκλησιαστικό του τίτλο και ονομάστηκε Μητροπολίτης Χαλδίας –Κερασούντας.
Το Φεβρουάριο του 1932 ήρθε από την Αμερική στη Μητρόπολη Δράμας ο Κομβόπουλος.
Ενθρονίστηκε στις 28 Φεβρουαρίου με παράδοση ποιμαντορικής ράβδου και χαιρετισμό από τον Θεολόγο Γυμνασιάρχη και Πρωτοσύγκελο της Μητροπόλεως Αγαθάγγελο Τσαούση.
Στις 6 Αυγούστου 2007, τελέστηκε
αγιασμός για τη Θεμελίωση του Νέου Ναού της Ιεράς Λαυρεντιανής Μονής
Μεταμορφώσεως του Σωτήρος – Νέα Παναγία Σουμελά,
παρουσία αρχών, συλλόγων και οργανώσεων της Δράμας και του Νομού,
καθώς και τιμητική συμμετοχή εκπροσώπων Μητροπολιτών της Ελλάδας και του Εξωτερικού.
Το θεμέλιο λίθο τοποθέτησαν μαζί ο Νομάρχης Δράμας κ. Κ. Ευμοιρίδης και ο Δήμαρχος Δράμας κ. Θ. Μαργαρίτης, οι οποίοι στις σύντομες ομιλίες τους συνεχάρησαν τον Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο για την πρωτοβουλία του αυτή και τον ευχαρίστησαν για την μεγάλη θρησκευτική και κοινωνική του προσφορά στον τόπο.
Κατά σχετική δήλωση του Μητροπολίτη, στο χώρο θα φιλοξενηθεί Βιβλιοθήκη, για την οποία έχουν συγκεντρωθεί ήδη, με τη βοήθεια των Δραμινών Εκδοτών Αφων Κυριακίδη, «χώρος διάσωσης της Ιστορίας του Πόντου», στέγη μοναχών που θα υπηρετούν τη Μονή και Γηροκομείο της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας.
«Θα είναι ένας χώρος όπου η Θεία Λατρεία θα τελείται με βάση τα Μοναστηριακά τυπικά του Αγίου Όρους, και θα αποτελεί σημείο αναφοράς για τον Ποντιακό Ελληνισμό κέντρο διάσωσης της ιστορικής μνήμης και των κειμηλίων του Ευξείνου Πόντου».
Ίσως είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1928, από τους 100.000 περίπου κατοίκους του Νομού Δράμας (εκ των οποίων 58.000 περίπου ήταν εξωελλαδίτες πρόσφυγες), οι Πόντιοι ξεπερνούσαν τις 30.000.
Η αναζήτηση επομένως τρόπων σύνδεσης των προσφύγων με τους λατρευτικούς χώρους, τα θρησκευτικά σύμβολα και τα ιερά και όσια των αλησμόνητων πατρίδων τους με τις νέες, αποτελεί απαράβατο καθήκον τους.
Αυτό το καθήκον αισθάνονται εύλογα να βαραίνει περισσότερο τους ώμους τους οι θρησκευτικοί εκπρόσωποι κάθε τόπου, στις πρωτοβουλίες των οποίων οφείλει κατά μέγα μέρος το ομαλό ρίζωμά της στη νέες πατρίδες και η τραγική προσφυγιά του 1922.