Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Οι Φίλιπποι και η Δράμα - πτυχές από το ιστορικό τους πλαίσιο


Του Νίκου Α. Κωνσταντινίδη


Το τέλος της ρωμαιοκρατίας στην περιοχή Φιλίππων – Δράμας είναι δύσκολο να προσδιορισθεί με ακρίβεια, όπως είναι δύσκολο να προσδιορισθεί και η μετάβαση στην επόμενη εποχή, τη βυζαντινή. 

Αιώνες θα περάσουν έως ότου φτάσουμε σε περίοδο όπου οι πληροφορίες και οι ενδείξεις για συγκεκριμένα δεδομένα ζωής αναφαίνονται και καταγράφονται.

 Εάν θεωρούσαμε το έτος 337 συμβατικά ως ένα όριο θα ήμασταν ακριβείς;

Η μόνη σταθερή ένδειξη μιας υπολογίσιμης σειράς σημαντικών ειδήσεων για την πόλη των Φιλίππων και για τη Δράμα δίνεται πολύ αργότερα μέσα από τους επισκοπικούς καταλόγους και από άλλα εκκλησιαστικά έγγραφα, συνοδικές πράξεις κλπ, όπου υπάρχουν ονόματα, υπογραφές και αποφάσεις.

Η Δράμα εκκλησιαστικά αρχικά διοικείται από ένα πρωτοπαπά (πρωτοπαπαδίκειον) από την μητρόπολη των Φιλίππων. 
Το 1919 οι μητροπόλεις των Φιλίππων και της Δράμας ενώνονται και η ένωση αυτή των δυο μητροπόλεων θα είναι οριστική. «Σπ. Λάμπρος, Ν. Ελληνομνήμων, 7 (1910), σ.186, αρ. 249 τους έτους ζρκζ’
 πατριαρχεύωντο(ς) κυρού Τιμοθέτου ίνωσαν την Δράμα με τον Φιλίππου αρχιερατεύωντος Φιλίππων Κλίμις».

Αυτή η ενπολλοίς ανορθόγραφη αναφορά είναι ενδεικτική του κλίματος κρίσης που αντιμετώπιζε η άλλοτε ανθούσα πόλη των Φιλίππων.

 Οι κάτοικοι σταδιακά εγκατέλειψαν την πόλη και την περιοχή και κατέφυγαν άγνωστο που.
 Οι λόγοι της απομάκρυνσης των κατοίκων δεν είναι απόλυτα γνωστοί, υπάρχει όμως εκδοχή, που σημειώνεται και θεωρείται πιθανή: «δια  το σμικρυνθήναι πάνυ την επαρχίαν Φιλίππων υπό των καιρικών ανωμαλιών και καταλειφθήναι μόνον την αυτής ονομασίαν και ενδεώς και απόρης έχειν του ταύτης προϊσταμένου και μη δύνασθαι έχειν τα προς ζωάρκειαν αυτού και παρέχειν τα της μεγάλης εκκλησίας δικαιώματα». (Α. Παπαδοπούλου Κεραμέως, Βυζαντινά Χρονικά, 1894).

Σημειώθηκε ότι η ένωση των μητροπόλεων Φιλίππων και Δράμας ήταν η οριστική. Παρόμοια ένωση  όχι με οριστικό χαρακτήρα έγινε και το έτος 1371. 

Υπήρχαν προβλήματα σχέσεων, πιθανόν αδυναμία ανταπόκρισης των υποχρεώσεων της μητροπόλεως των Φιλίππων προς το Πατριαρχείο κι άλλα παρεμφερή. 

Ο Πατριάρχης Φιλόθεος έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητες και στα προσόντα του μητροπολίτη Δράμας ανέθεσε σ’ αυτόν με έγγραφό του τον πλήρη έλεγχο της λειτουργίας της μητροπόλεως των Φιλίππων, «παρεχώρει εις τον μητροπολίτην Δράμας το δικαίωμα επί της μητροπόλεως  των Φιλίππων». 

Παρά την κρίση (κίνδυνοι εξωτερικοί, διαμάχες εσωτερικές) που εβάρυνε αθεράπευτα το κράτος του Βυζαντίου όλον τον 14ο αιώνα, ο Πατριάρχης Φιλόθεος στρέφεται προς τον μητροπολίτη Δράμα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή προβάλλει ως οντότητα με κύρος και ισχύ. Τοποθετεί ως έξαρχό του στο κράτος των Σερρών του Σέρβου ηγεμόνα Ιωάννη Ούγκλεση τον μητροπολίτη Δράμας. 

Σε έγγραφό του ο Ούγκλεσης αποκαλεί τους βυζαντινούς «προκατόχους και και πατέρους του. Φαίνεται ότι αισθάνεται τον εαυτό του διάδοχο των Βυζαντινών αυτοκρατόρων». 
Μέσα στο πνεύμα αυτό της ειρηνικής συμβίωσης, των αγαθών σχέσεων και της παραδοχής των προηγμένων τρόπων ζωής και πολιτισμού των Βυζαντινών, οι σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων διαμορφώθηκε σ’ ένα πλαίσιο ανεκτής καθημερινότητας και ευοίωνης προοπτικής, για μακρό και οριστικό μέλλον συμβίωσης των δύο εθνοτήτων. 

Οι διαφορές στα εκκλησιαστικά θέματα άρθηκαν και επήλθε παράλληλα προς την πολιτική και εκκλησιαστική ειρήνη.

 Ο Ούγκλεσης επέτρεψε την επιστροφή όλων των εκκλησιών που είχαν αποσπασθεί από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Φιλόθεος επιβεβαιώνει την πράξη αυτή σημειώνοντας: «και γέγονεν ένωσις και αποκατάστασις ως το πρότερον. 

Η παρουσία των Σέρβων στη Μακεδονία εκφράστηκε με πνεύμα συναίνεσης και φιλίας προς τους εντοπίους Έλληνες κατοίκους και κυρίως προς την εκκλησιαστική αρχή των Βυζαντινών. 

Απόδειξη του γεγονότος αυτού η μαρτυρία από χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ του Παλαιολόγου, όπου ο Ούγκλεσης μνημονεύεται ως δεσπότης της Σερβίας «ευτυχέστατος».

Ο Ιωάννης Ούγκλεσης παντρεύτηκε την κόρη του καίσαρα της Δράμας Βόιχνα, που είχε μεγάλη δύναμη σ’ αυτή την περιοχή…

 Η δύναμη αυτή του Βόϊχνα στη Δράμα δεν φαίνεται να έφερε αλλαγές στην δομή της εξουσίας όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από τους χρόνους του Βυζαντίου, όπως επίσης και στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της πόλης και της περιοχής.

Σε κάποια στιγμή η άλλοτε ακμάζουσα πόλη των Φιλίππων παρακμάζει και χάνεται.

 Ο αρχαιολόγος Δ. Λαζαρίδης στη μελέτη του «Οι Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη 1956, σελ.23» σημειώνει: 

«Δεν είναι γνωστό πότε ερημώθηκαν οι Φίλιπποι, είναι όμως πιθανό πως η ερήμωσή τους οφείλεται στα έλη της περιοχής, που σχεδόν απλωνόταν ως τα κάστρα της. 

Ως λόγος της παραίτησης των Φιλίππων από τη ζωή μπορεί να αναφερθούν:

α)Τα μεταλλεία της περιοχής δεν απέδιδαν (οικονομικός λόγος). 

β)Τα έλη έπληξαν την υγεία των κατοίκων (πυρετοί) και

 γ) η αλλαγή του δρομολογίου Κωνσταντινουπόλεως – Θεσσαλονίκης (πορεία βορειότερα). 

Και ακόμα μια πληροφορία από τον Δ. Λαζαρίδη, που είναι και σημαντική. 

«Δια το σμικρυνθήναι πάνυ την επαρχίαν Φιλίππων υπό των καιρικών ανωμαλιών και καταλειφθήναι μόνον της αυτής ονωμασίαν». (Πατριάρχης Άνθιμος, 1623).

 Βέβαια ο λόγος «υπό των καιρικών ανωμαλιών» είναι σαφής όχι όμως συγκεκριμένος ή τουλάχιστον δεν είναι λόγος επαρκής φυγής των κατοίκων από την πόλη. 

Οπωσδήποτε οι κάτοικοι των Φιλίππων εγκατέλειψαν την πόλη από λόγους σοβαρότερους.

 Να σημειωθεί επίσης ότι σύμφωνα με τις πηγές η πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης ήταν Ιταλοί και βρίσκονταν στους Φιλίππους και γενικά στη Μακεδονία χωρίς οι περισσότεροι να το επιθυμούν.

 Σε κάποια στιγμή επέστρεψαν στην πατρώα γη. 

Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το στοιχείο αυτό των Ιταλών ήταν και το κυρίαρχο στην πόλη, η απομάκρυνσή του εσήμαινε και χαλαρότητα των διοικητικών μέτρων και της όλης οργάνωσης στην πόλη.

Η μείωση του αριθμού των κατοίκων και η παρακμή ήταν πλέον δεδομένη. 

Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα ο Γάλλος περιηγητής Belon βρήκε την πόλη ερειπωμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου